Μετράμε τα βλέμματα μας στα θολά φώτα της πόληςπιωμένος εραστής ανεπαρκής ικανότητας τραβάει τζούρες
κάτω από κολόνες με φωλιές στην κορυφή, η δύση αργεί ακόμη
ο νους τους σιγοβράζει σαν δόση νοθευμένη πραγματικότητα το λέμε
δικό τους βάσανο που γκρεμίζει πλάτες, σκεπάζει τα πρωινά μας απαλό νεκροσάβανο
τιμωρία και ευχή τούτος ο καημός που τις παλάμες μου ιδρώνει
επιβίωση το πάθος για μια ζωή που τρίβεται σαν γάτα στα πόδια του θανάτου
αηδία το χάδι της απογοήτευσης, η πιο άδικη κατάρα
μέσα σε τόση ομορφιά τα μάτια να μπλέκουν με την κενότητα του νοήματος
και ξάφνα να σβήνει η φλόγα, φλόγα που θνητοί έχουμε σαν θεό
ο θεός μας είναι ο θάνατος, με σονάτες νανουρίσματα και χάδια μυτερά
και χατίρι δεν χαρίζει σε θνητές αναμνήσεις με άκρα και δάκρυα
μόνη λατρεία η θύμηση του να κρέμεται στο προσκεφάλι μας τις νύχτες.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου