Στα όνειρα μου, ψυχρή μακάβρια σελήνη
Πόνοι της ώρας που γίνονται αιώνες
σε αλυσίδες θνησιμότητας
Χώμα που καλύπτει τις δόξες,
Χώμα που σαν αλάτι στις πληγές,
Με κάνει να εγκαταλείπω,
στις επάλξεις να προσκυνώ είδωλα απο μέταλλο,
χαραγμένες γνώσεις με αίμα πληρωμένες στον ίσκιο της Θούλης,
Κάψτε τους ζωντανούς!
Οι φωνές του όχλου με μίσος αντηχούν στον κωματώδη μου ύπνο,
Κάθε πέτρα να βρεί σάρκα να κρυφτεί,
Κάθε παιδί να βρεί κουράγιο να ανταμώσει τον θάνατο, παγερός και ξένος ταξιδιώτης,
Στα όνειρα μου, ομιχλώδες πεδιάδες με φωνή και φθόνο,
νεκρώνουν τον χρόνο που σκεπάζει την ύπαρξη,
σαν οι κόρες των ματιών τρέμουν μπρος στην εξαθλίωση η ψυχή σπαρταρά από ζωντάνια,
μία νέα αυγή φέρνει πόλεμο στον πόλεμο,
άρνηση στην άρνηση και όλα βρίσκουν νόημα στο χάος,
δύο πράγματα σηματοδοτούν την άνοιξη στον πάγο,
λεπίδα και φωτιά,
θνητοί πέφτουν σαν αστέρια σε βάραθρα,
οι θεοί δεν γελούν πλέον,
κάθε είδωλο έρπεται στο έδαφος ηττημένο,
αργά προς την δύση του είδους,
οι τελευταίοι βρίσκουν μοίρα ιχτρή,
αυτός που μένει να κοιτά με ψυχή βαθιά,
ήταν ήδη νεκρός πριν ζήσει.
Πόνοι της ώρας που γίνονται αιώνες
σε αλυσίδες θνησιμότητας
Χώμα που καλύπτει τις δόξες,
Χώμα που σαν αλάτι στις πληγές,
Με κάνει να εγκαταλείπω,
στις επάλξεις να προσκυνώ είδωλα απο μέταλλο,
χαραγμένες γνώσεις με αίμα πληρωμένες στον ίσκιο της Θούλης,
Κάψτε τους ζωντανούς!
Οι φωνές του όχλου με μίσος αντηχούν στον κωματώδη μου ύπνο,
Κάθε πέτρα να βρεί σάρκα να κρυφτεί,
Κάθε παιδί να βρεί κουράγιο να ανταμώσει τον θάνατο, παγερός και ξένος ταξιδιώτης,
Στα όνειρα μου, ομιχλώδες πεδιάδες με φωνή και φθόνο,
νεκρώνουν τον χρόνο που σκεπάζει την ύπαρξη,
σαν οι κόρες των ματιών τρέμουν μπρος στην εξαθλίωση η ψυχή σπαρταρά από ζωντάνια,
μία νέα αυγή φέρνει πόλεμο στον πόλεμο,
άρνηση στην άρνηση και όλα βρίσκουν νόημα στο χάος,
δύο πράγματα σηματοδοτούν την άνοιξη στον πάγο,
λεπίδα και φωτιά,
θνητοί πέφτουν σαν αστέρια σε βάραθρα,
οι θεοί δεν γελούν πλέον,
κάθε είδωλο έρπεται στο έδαφος ηττημένο,
αργά προς την δύση του είδους,
οι τελευταίοι βρίσκουν μοίρα ιχτρή,
αυτός που μένει να κοιτά με ψυχή βαθιά,
ήταν ήδη νεκρός πριν ζήσει.
