Τετάρτη 1 Αυγούστου 2018

Η Μνήμη Απ'το Μνήμα

Έκανα σκέψεις να ρίξω
σύντομη επίσκεψη στο κοντινό νεκροταφείο
να δω με μάτια ανοιχτά
τη σιγή που τρώγει
τα μνήματα τα τρομερά

Περπάτησα αργά, ανάμεσα
απ'τα κτίσματα τα νεκρικά
και το κορμί μου άφησα
χάμου σε πέτρινα σκαλιά
διόλου δροσερά

Οι ώρες μ'αφηναν, ζωντανό
ανάμεσα στα οστά που
πλάκες μαρμάρινες πλάκωναν
μαράζι τα καντήλια τους
τρίζανε και σβήνανε

Τι παράπονο κυριαρχούσε
στα πλαστικά τα άνθη
απάνω στον τάφο, κόρης
που χάθηκε, γεμάτη χάρη

Μήπως άραγε θα'πρεπε να φύγω;
'Η έστω την ανάσα μου
δυο λεφτά να κρατήσω;
Να μην ταράξω τις ψυχές
που γύρω μου χορό θα ΄χανε στήσει

Θα'θελα να τους μιλήσω
και την οσμή τους να απορροφήσω
έτσι απ'τον Άδη για λίγο να τους
κουβαλήσω
μα όσο και αν έψαξα
τίποτα μπροστά μου δεν στάθηκε

Και οι νεκροί. ξεχασμένοι
πένθιμα δειπνούν
στου Σατανά την αυλή
νεκροί και μακριά κοιμώμενοι
γάτες και τρωκτικά
τιμούν και ζουν
στα επτασφράγιστα τους σπιτικά.




Φωτογραφία απ'τον εν λόγω κοιμητήριο.
Πάτρα, 23/7/18

Κυριακή 8 Απριλίου 2018

Weltanschauung

        I
Στον τόπο που έμελλε
η γη να με ξεράσει
όπως γεννιές τώρα, τόσα σπίτια
και γλώσσες έχουν αλλάξει
τόσοι πόλεμοι λυτρωτικοί μα
και μάχες άσκοπες
δόξα τάχα και ελευθερία τάξανε
απ'τους μεσσίες της άμμου και του δώλου
ως τους σωτήρες δήθεν, του ακυβέρνητου
αυτού τόπου

          ΙΙ
Όσα χώματα και αν τα πόδια μου
επάτησαν
που αίμα κύλησε για δυο κομμάτια γης
εμπρός μου των σκλαβωμένων
οι θρήνοι και οι χαρές
με την μορφή ηλιοκαμμένης
διαβρωμένης πέτρας ξεπρόβαλλαν
γλυπτά και ύμνοι, γοερά προσπερνούν
οι κάπηλοι του παρελθόντος
της ιστορίας την κρήμνη
                                                                                       
          ΙΙΙ
Οι λεπίδες σαν να ηχούν ακόμα
απ'τα χάρβαλα που τώρα εκκλησιές εγίνηκαν
στο όνομα κάποιου ξένου θεανθρώπου
οι δούλοι ιερείς εφόνευσαν με λέξεις πρώτα
το πνεύμα του ανθρώπου
μόνο όταν τα κοπάδια τους απέτυχαν
με κίβδηλα κηρύγματα αγάπης
την εξουσία να αφαρπάξουν
μόνο τότε, θαρρείς απ'την αρχή
η σκέψη αυτή τους ωθούσε,
τράβηξαν του θεού την βία
απ'τα άρρωστα τους σπλάχνα
και το μίσος για την ζωή
έγινε θεόπνευστη οργή
έβαψε κόκκινη τη γη και τα ποτάμια
σαν άλλη του Φαραώ πληγή

          ΙV
Kαι στρίγγλιζαν οι μανάδες
εν απουσία πατεράδων, όταν
τέκνα και γη τους κλέβαν,
σταυρό και σημαία τους δίναν για κουράγιο
μα ποιό κουράγιο, αφού ποιά γίνηκαν νομάδες;
με υπερηφάνεια εκίνησαν για άλλο τόπο
να τους θυμίζει αυτά που κάποτε κατείχαν
δίχως του τρόμου το καπέλο

            V
Συνομιλώντας με τον χρόνο
από αντάρα σε αντάρα
ακόμα πιο πολύ τον Ήλιο λαχταρώ
μα πως αλλιώς θα έκαμα,
αφού την θέληση μου τρέφει
και η σελήνη με τις ποίκιλες της όψεις
την καρδιά και το πνεύμα μου μαγεύει

            VI
Γιατί ξέρω, άπατρις είμαι
και στα μάτια τους δυο φορές άπιστος
άχρονος εχθρός
που τα γόνατα μου δεν λερώνω
για τις αξίες που σέρνουν απ'άκρη σ'άκρη
μόνος οδοιπόρος βαστώντας
του Προμηθέα τον πυρσό

            VII
Στον τόπο που η μοίρα
έμελλε η γη να με ξεράσει
γλυκά θα'ταν, εκεί στο τέλος μου
για ευχαριστώ να την αφήσω
να με κατασπαράξει
γυρνώντας πάλι σπίτι,
σμίγωντας άλλη μια φορά
με της πατρίδας μου, της αβύσσου τα νερά

            VIII
Aφού όσο και αν ψάξεις
την πατρίδα μου δεν θα την εδείς
ούτε θα την επιάσεις
είναι αίμα και φωτιά
ελεγεία και δοξολογία
στα βουνά της που στέκουν
απ'τις απαρχές του χρόνου
και άνεμοι του καταχείμωνου
το πρόσωπο μου το παγώνουν

            VIV
Όπως ο κύκλος των εποχών
και της ζωής γυρνά
τίποτα στάσιμο δεν μένει
και τίποτα πραγματικά δεν φεύγει
ώπου το βλέμμα μου ξεφεύγει
μέσα μου ένα άστρο χορεύει
ο διθύραμβος της νιώτης
φώσφορος, στα πόδια της Εκάτης

           Χ
"Ζήτω η ζωή" σκέφτομαι και γελώ
τόσο ξεχασμένο που μοιάζει αιρετικό
λαχταρούν θάνατο σεβαστό, όσοι
την ζωή αρνήθηκαν σαν δηλητηριασμένο φαγητό
αυτούς και τα σκυλιά τους, χρέος μου
να αφήσω πίσω να μαραζώσουν
όπως οι καρδιές τους

           ΧΙ
Εμπρός λοιπόν, μονάχα εμπρός
απ'τις κατάρες και τις αλυσίδες
ανθρώπων και θεών
πλοίο ακυβέρνητο που άφοβα
τις θάλασσες ιππέυει, σχίζοντας τον ουρανό
εμπρός λοιπόν, ως τον Θάνατο εμπρός!


*Εικονογράφηση από την Λουκία Κ. 

Δευτέρα 26 Φεβρουαρίου 2018

Une Heure De Silence

Πρώτα η οδύνη
γυρεύει τους χορούς
τους πρώτους καρπούς
νοθείας και λατρείας
να πέσουν στα γόνατα
βρώμικοι και πανάγαθοι
να κλάψουν για τον ερχομό του
σαν μικρά παιδιά, καμία διάθεση
για τίποτα λιγότερο..
Μαύρος ο ερχομός του, αυτού που τις
καρδιές αργότερα θα φτύσει
με εύηχα λόγια και σπέρμα ως την αυγή.
Γίναν κάτι σαν συρματόπλαγμα
στομάχι και δόντια
και έξω βρέχει, ξανά και ξανά
μα, καμία διαφορά
απ'την καταιγίδα που προσμένω
όλο θόρυβος, μα που χάθηκε η χρυσή σιωπή αγάπη μου;

Η ώρα είναι δέκα και είκοσι,
χειμώνας, ώ πραγματικός χειμώνας ναι,
μοναχικός και δύστροπος
και απ΄το παλιό κρεβάτι που
το σώμα μου δυναστεύει
σε θάλασσες που καταπίνουν εαυτούς και όνειρα
γυρεύω να σαλπάρω
με αλκοόλ, με βόλτες
με ότι τρόπους διάλεξε ο Διάβολος
αυτή την μαγαρισμένη γη να ευλογήσει
μπας και το μάτι μου φτάσει
του ουρανού το κατώφλι
ποδοπατώντας τον οίκτο της μέρας
με την ψυχράδα της νύκτας
με τα ασημένια της φωτιστικά και κοσμήματα
σαν σκουλαρίκια σε χλωμή επιδερμίδα
με τρεμουλιαστό παραπάτημα
θα κινήσω για όπου σε βλέπω,
όπως τώρα, όπως όταν είσαι η σιωπή.

Κυριακή 21 Ιανουαρίου 2018

Στο Ψύχος Έξω

Στο ψύχος έξω, ευδοκιμούν μαρτύρια
και στις κάμαρες οι θλίψεις ανθίζουν
να γίνουν όμορφες, ιπτάμενες
αφ' υψηλού να κοιτάν τα κολαστήρια

Στο ψύχος έξω, χιόνι δεν έχει ακόμα
μόνο ρύπους φώτα και ανθρώπους σε παραλήρημα
να δρασκελίζουν εδώ και εκεί, απότομα
από κάβα σε κάβα για το γιορτινό τους πιώμα

Μην τυχόν και δούμε τι συμβαίνει
μέσα στις κάμαρες που το ψύχος δέρνει
και δεν μας νοιάζει τόσο, όσο έξω μένει
μα σαν μέσα μπει, το κλάμα μας
στη μητρόπολη αντηχεί.

Παρασκευή 12 Ιανουαρίου 2018

Σε Κάμπους..

Σε κάμπους μυρωδάτους
κρύβω την αγάπη μου
να μην τρέμει τον ήλιο
να κλαίει στα φεγγάρια

Λιακάδα διαυγής
Ατίθαση σπίθα
τόσα όνειρα, μα τί απροθυμία
τόσα γέλια, μα τόση λίγη ελπίδα

Και είναι κρίμα,
έτσι να στεγνώνει το μυαλό
στιγμές μόνο, σαν σε παλιό μηχανισμό
λάδωμα θέλει, άγγιγμα ερωτικό.

Σάββατο 2 Δεκεμβρίου 2017

Rattenkönig

Τι μας απέμεινε άραγε;
'Ένας κορεσμός πλέγμα αγκαθιών
Γύρω απ'την σάρκα σαν προσευχή
να αδειάζει κάθε επιθυμία σε ποτάμι ξερό
δίχως μετά να προσμένει φιλί από αγάπη
μία στιγμή αδυναμίας είναι μόνο
όσο χρόνια οργής δίνουν πνεύμα και ουσία
στις γροθιάς μου το σίδερο
πληγή μέσα μου δυο πρόκες στους έξω
μία νηνεμία εφιάλτης σιγοτρώει το πάτωμα
κρίμα πάτο που δεν θα φτάσει
να ανοίξει διάπλατα σαν σχίσμα ουρανών

Καμμένη γη ή το φάντασμα του Σπένγκλερ
σέρνουν τα όνειρα μου μπρος
και τα αναφωνητά τους νανούρισμα μου αιώνιο
στους ρημαδόταφους σας ζω για να εφτύσω
βιτριόλι στις ρωγμές της δόλιας σας χαράς
πριν ο θάνατος μου γνέψει και οδυνηρά ας ξεψυχήσω
τύραννος του ύπνου και του ξύπνιου δήμιος
σκιά μακάβρια μένει στη γωνιά έπειτα με ματιά θα τρέχει
σκάψε εμπρός, να σκάψε
εδώ κείτεται του αύριο σου ο οίκος
υγρός βουβός και δίκαιος
βασιλιάς των τρωκτικών και μολυσμένων
συμπάθεια καμιά στον κόσμο των ξεπεσμένων.

Σάββατο 11 Νοεμβρίου 2017

Μεταμόρφωση της Αυλής

Ποιο είναι το ομορφότερο πράγμα που μπορείς να δωρίσεις σε κάποιον;
Οι αναμνήσεις, ναι το πιστεύω αυτή τη στιγμή,
αυτές είναι σχεδόν αθάνατες, πέφτουν μόνο με μαχαίρι του κατόχου.
Αυτές είναι τα χέρια, τα ταλαιπωρημένα, σταμπαρισμένα σε κρυφά σημεία
από τον χρόνο τον παραπλανητή, του αγγειοπλάστη που με τόση μαεστρία
συνθέτει ένα κομψό αποτέλεσμα, ένα αγγείο ή μία ζωή.
Έπειτα, γεννιούνται και άλλα δώρα, αποκτούν μία ουσία με χρώμα
γίνονται ιστορίες.
Και κάθε βέλος που μας διαπερνά, που πληγώνει,
είναι για λίγο
κάθε πόνος αντέχεται μέσα σε μία ιστορία.
Αυτές είναι σχέδιο μας, δικό μου.
Είμαστε δημιουργοί, με κλωστή στα χέρια να ξετυλίγεται, όλο και πιο πέρα
Ο καταλύτης του καθρέφτη μου.

Αυτό το μέρος θα το θυμάμαι πάντα, είναι δικό μου εξάλλου πλέον
χρωματισμένο με κάθε είδους φόβους και ιδέες, βήματα και αποτσίγαρα
έχει μία ξεχωριστή θέση στο παλάτι του μυαλού μου,
είναι ο κήπος, το κέντρο και θεμέλιο.
Με τις δύο ελιές φύλακες που με νανουρίζουν
όταν χορεύουν με ανέμους τις ανήλιαγες ώρες
όταν μεθάνε με τις στάλες τις βροχής
και το φως ποτέ δεν τους έλειψε που κέρναγε η σελήνη
είναι το καταφύγιο μου για όταν οι τοίχοι του μουχλιασμένου μου κάστρου
μου κλείνουν την καρδιά, εκεί με ανακαλύπτω και γίνομαι.
Εκεί ποτίζω με κάθε χτύπο της νέας μου καρδιάς,
τα δικά μου άνθη της αυγής,
με κάθε σκέψη ποτίζω τα δικά μου άνθη του κακού.