γυρεύει τους χορούς
τους πρώτους καρπούς
νοθείας και λατρείας
να πέσουν στα γόνατα
βρώμικοι και πανάγαθοι
να κλάψουν για τον ερχομό του
σαν μικρά παιδιά, καμία διάθεση
για τίποτα λιγότερο..
Μαύρος ο ερχομός του, αυτού που τις
καρδιές αργότερα θα φτύσει
με εύηχα λόγια και σπέρμα ως την αυγή.
Γίναν κάτι σαν συρματόπλαγμα
στομάχι και δόντια
και έξω βρέχει, ξανά και ξανά
μα, καμία διαφορά
απ'την καταιγίδα που προσμένω
όλο θόρυβος, μα που χάθηκε η χρυσή σιωπή αγάπη μου;
Η ώρα είναι δέκα και είκοσι,
χειμώνας, ώ πραγματικός χειμώνας ναι,
μοναχικός και δύστροπος
και απ΄το παλιό κρεβάτι που
το σώμα μου δυναστεύει
σε θάλασσες που καταπίνουν εαυτούς και όνειρα
γυρεύω να σαλπάρω
με αλκοόλ, με βόλτες
με ότι τρόπους διάλεξε ο Διάβολος
αυτή την μαγαρισμένη γη να ευλογήσει
μπας και το μάτι μου φτάσει
του ουρανού το κατώφλι
ποδοπατώντας τον οίκτο της μέρας
με την ψυχράδα της νύκτας
με τα ασημένια της φωτιστικά και κοσμήματα
σαν σκουλαρίκια σε χλωμή επιδερμίδα
με τρεμουλιαστό παραπάτημα
θα κινήσω για όπου σε βλέπω,
όπως τώρα, όπως όταν είσαι η σιωπή.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου