Κυριακή 16 Απριλίου 2017

Θάνατος Εύγλωττος

Μετράμε τα βλέμματα μας στα θολά φώτα της πόλης
πιωμένος εραστής ανεπαρκής ικανότητας τραβάει τζούρες
κάτω από κολόνες με φωλιές στην κορυφή, η δύση αργεί ακόμη
ο νους τους σιγοβράζει σαν δόση νοθευμένη πραγματικότητα το λέμε
δικό τους βάσανο που γκρεμίζει πλάτες, σκεπάζει τα πρωινά μας απαλό νεκροσάβανο

τιμωρία και ευχή τούτος ο καημός που τις παλάμες μου ιδρώνει
επιβίωση το πάθος για μια ζωή που τρίβεται σαν γάτα στα πόδια του θανάτου
αηδία το χάδι της απογοήτευσης, η πιο άδικη κατάρα
μέσα σε τόση ομορφιά τα μάτια να μπλέκουν με την κενότητα του νοήματος
και ξάφνα να σβήνει η φλόγα, φλόγα που θνητοί έχουμε σαν θεό
ο θεός μας είναι ο θάνατος, με σονάτες νανουρίσματα και χάδια μυτερά
και χατίρι δεν χαρίζει σε θνητές αναμνήσεις με άκρα και δάκρυα
μόνη λατρεία η θύμηση του να κρέμεται στο προσκεφάλι μας τις νύχτες.

Τετάρτη 12 Απριλίου 2017

Ύπνος

Πιάνει φωτιά το στομάχι μου, αγάπη μου
Μα δεν είναι από αγάπη και πεταλούδες
μα λόγχες άγχους που στάζουν το φαρμάκι μου

Σε κρατώ όλη νύχτα
Μα το πρωί είσαι σκιά
Δεν σε βλέπω να κλαίς πουθενά
Μέσα το θέρος γερά κρατά
Με κλειδωμένα σαγόνια
Να ρίχνει γκρι νυφικά
Η πλάση σε λήθη, νεκρικά πρωινά
Εφημερίδα παλιά, φώτα ξεχασμένα ανοικτά
Η μεριά μου ερηπωμένη
Ο καθρέφτης εχθρός που έλεος δεν έχει
Μέρες περνάνε, μέρες μένουν εδώ
Κρύβω πληγές που χτίζω καιρό
Κάτω απ'το στρώμα, το ιδανικό κενό
Σανίδια που τρίζουν, τοίχοι που υπνωτίζουν
Σε θολές αποχρώσεις του άσπρου και καφέ
Πέφτω ελαφρά να αδράξω την πτώση του καρέ
Το πάτωμα με αγκαλιάζει σαν μητέρα, πιο κρύο από ποτέ
Είμαι ξύπνιος, ιδρωμένος και γεμάτος ενοχές.
Το σήμερα με κρατάει όμηρο.


Σάββατο 1 Απριλίου 2017

Αδράστεια

Πνοή γεύομαι ικετεύω να χαθώ
Σε σούρουπα δύστυχα γυρεύω ζωή
Και μετράω τις ώρες με φωτιές
Πύρινες προσευχές σε παλάτια θεών
Αίμα για τις κόρες της κάθαρσης
Βουλιάζουν όσοι ελπίζουν γοργά
Και πόσο δάκρυ να στεγνώσει;
Και πόσο δάκρυ να στάξει,
Για να ξεπλύνει τον θρήνο και τη βρωμιά μας;
Που είναι τώρα οι σωτήρες τους,
τώρα που ζέχνει Διάβολο η ατμοσφαίρα
Η μόνη εικόνα που πλησιάζει το θείο
Η ίδια η αποσύνθεση της ζωής
Τα απομεινάρια μιας γενιάς που άγγιξε τον ήλιο
Με ανοιχτά μάτια και στόματα
Και έλιωσε βάναυσα μπρος στην θέα και την κτηνωδία
Της μέρας μας
Μία συμφωνία από διαλυμένα οστά
Πόσο κάτω φτάνει ο άνθρωπος
Πόσο βαθύ το σκοτάδι του
Ω Αδράστεια μόνη μου θεά ξεχασμένη
Δείξε το κάλος της λύσσας σου
Με βέλη στις ρυτιδιασμένες σάρκες τους 
Με τον Μώμο να περιγελά την οδύνη τους
Με σκώμματα και τραγούδι
Το τέλος μας όνειρο και μύθος
Εκεί στο τίποτα ο νους μας αλυχτά σαν λύκος
Για τους τρανούς φτωχούς του κόσμου μιάσματα
Που μήτε τρανοί είναι μήτε αυτού του κόσμου
Ξένα όρνεα απ'την μήτρα της Νύχτας πλάσματα.