IΣτον τόπο που έμελλε
η γη να με ξεράσει
όπως γεννιές τώρα, τόσα σπίτια
και γλώσσες έχουν αλλάξει
τόσοι πόλεμοι λυτρωτικοί μα
και μάχες άσκοπες
δόξα τάχα και ελευθερία τάξανε
απ'τους μεσσίες της άμμου και του δώλου
ως τους σωτήρες δήθεν, του ακυβέρνητου
αυτού τόπου
ΙΙ
Όσα χώματα και αν τα πόδια μου
επάτησαν
που αίμα κύλησε για δυο κομμάτια γης
εμπρός μου των σκλαβωμένων
οι θρήνοι και οι χαρές
με την μορφή ηλιοκαμμένης
διαβρωμένης πέτρας ξεπρόβαλλαν
γλυπτά και ύμνοι, γοερά προσπερνούν
οι κάπηλοι του παρελθόντος
της ιστορίας την κρήμνη
ΙΙΙ
Οι λεπίδες σαν να ηχούν ακόμα
απ'τα χάρβαλα που τώρα εκκλησιές εγίνηκαν
στο όνομα κάποιου ξένου θεανθρώπου
οι δούλοι ιερείς εφόνευσαν με λέξεις πρώτα
το πνεύμα του ανθρώπου
μόνο όταν τα κοπάδια τους απέτυχαν
με κίβδηλα κηρύγματα αγάπης
την εξουσία να αφαρπάξουν
μόνο τότε, θαρρείς απ'την αρχή
η σκέψη αυτή τους ωθούσε,
τράβηξαν του θεού την βία
απ'τα άρρωστα τους σπλάχνα
και το μίσος για την ζωή
έγινε θεόπνευστη οργή
έβαψε κόκκινη τη γη και τα ποτάμια
σαν άλλη του Φαραώ πληγή
ΙV
Kαι στρίγγλιζαν οι μανάδες
εν απουσία πατεράδων, όταν
τέκνα και γη τους κλέβαν,
σταυρό και σημαία τους δίναν για κουράγιο
μα ποιό κουράγιο, αφού ποιά γίνηκαν νομάδες;
με υπερηφάνεια εκίνησαν για άλλο τόπο
να τους θυμίζει αυτά που κάποτε κατείχαν
δίχως του τρόμου το καπέλο
V
Συνομιλώντας με τον χρόνο
από αντάρα σε αντάρα
ακόμα πιο πολύ τον Ήλιο λαχταρώ
μα πως αλλιώς θα έκαμα,
αφού την θέληση μου τρέφει
και η σελήνη με τις ποίκιλες της όψεις
την καρδιά και το πνεύμα μου μαγεύει
VI
Γιατί ξέρω, άπατρις είμαι
και στα μάτια τους δυο φορές άπιστος
άχρονος εχθρός
που τα γόνατα μου δεν λερώνω
για τις αξίες που σέρνουν απ'άκρη σ'άκρη
μόνος οδοιπόρος βαστώντας
του Προμηθέα τον πυρσό
VII
Στον τόπο που η μοίρα
έμελλε η γη να με ξεράσει
γλυκά θα'ταν, εκεί στο τέλος μου
για ευχαριστώ να την αφήσω
να με κατασπαράξει
γυρνώντας πάλι σπίτι,
σμίγωντας άλλη μια φορά
με της πατρίδας μου, της αβύσσου τα νερά
VIII
Aφού όσο και αν ψάξεις
την πατρίδα μου δεν θα την εδείς
ούτε θα την επιάσεις
είναι αίμα και φωτιά
ελεγεία και δοξολογία
στα βουνά της που στέκουν
απ'τις απαρχές του χρόνου
και άνεμοι του καταχείμωνου
το πρόσωπο μου το παγώνουν
VIV
Όπως ο κύκλος των εποχών
και της ζωής γυρνά
τίποτα στάσιμο δεν μένει
και τίποτα πραγματικά δεν φεύγει
ώπου το βλέμμα μου ξεφεύγει
μέσα μου ένα άστρο χορεύει
ο διθύραμβος της νιώτης
φώσφορος, στα πόδια της Εκάτης
Χ
"Ζήτω η ζωή" σκέφτομαι και γελώ
τόσο ξεχασμένο που μοιάζει αιρετικό
λαχταρούν θάνατο σεβαστό, όσοι
την ζωή αρνήθηκαν σαν δηλητηριασμένο φαγητό
αυτούς και τα σκυλιά τους, χρέος μου
να αφήσω πίσω να μαραζώσουν
όπως οι καρδιές τους
ΧΙ
Εμπρός λοιπόν, μονάχα εμπρός
απ'τις κατάρες και τις αλυσίδες
ανθρώπων και θεών
πλοίο ακυβέρνητο που άφοβα
τις θάλασσες ιππέυει, σχίζοντας τον ουρανό
εμπρός λοιπόν, ως τον Θάνατο εμπρός!
*Εικονογράφηση από την Λουκία Κ.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου