Μια σιωπή που κρατά αιώνες
στα χαλάσματα όσων αγαπήσαμε
τώρα χορεύουμε και κλαίμε
περιμένουμε έναν γρήγορο και λυτρωτικό θάνατο
ένα σκοτάδι που θα φωτίσει τη σαπισμένη μας ψυχή
έναν θρήνο που θα μας χαρίσει ζωή σε μέρη μακρινά
μέσα απο στάχτη, αίμα και δάκρια αγγέλων
εκεί, εκεί βρισκέται το τώρα, το πρίν και το μετά
ένα ποτάμι δίχως πηγή, ένας ήλιος δίχως ζεστασιά
οι εφιάλτες που φοβάσαι να έρθουν, τα όνειρα που σβήνουν απότομα
όσα το βράδυ παίρνουν μία νοσηρή μορφή στο παράθυρο
σε αυτά τα μέρη βρίσκουν υπόσταση
η μανία, η λατρεία ενός ξεχασμένου θεού,
η ανύψωση του ακάθαρτου πνεύματος
η εξολόθρευση κάθε ηθικής κάθε όριο μοιάζει ξεπερασμένο
οι αγκαλιές σφίγγουν μέχρι να ακουστεί ο επιθανάτιος ρόγχος
κάθε πλάσματος που αναπνεέι και παρασιτεί
ο κόσμος τελειώνει, τη στιγμή που κοιτάς αυτό το γραπτό
βρισκόμαστε όλο και πιο κοντά στο φινάλε,
στην τελευταία πράξη ενός σουρεάλ θίασου
που κάποιοι ονόμασαν ύπαρξη
τικ τακ, τα ρολόγια έσπασαν και οι δείκτες έγιναν λεπίδες
τα λόγια μας δεν έχουν πλέον αξία, μόνο οι πράξεις
δεσμευμένοι στο τίποτα να ψάχνουμε το κάτι,
το φως γίνεται γκρίζος τοίχος που πάνω του χτυπάω το κεφάλι μου
μέχρι να ματώσω, μέχρι να μην νιώθω
μα ακόμα πονάω όσο ζω
στα χαλάσματα όσων αγαπήσαμε
τώρα χορεύουμε και κλαίμε
περιμένουμε έναν γρήγορο και λυτρωτικό θάνατο
ένα σκοτάδι που θα φωτίσει τη σαπισμένη μας ψυχή
έναν θρήνο που θα μας χαρίσει ζωή σε μέρη μακρινά
μέσα απο στάχτη, αίμα και δάκρια αγγέλων
εκεί, εκεί βρισκέται το τώρα, το πρίν και το μετά
ένα ποτάμι δίχως πηγή, ένας ήλιος δίχως ζεστασιά
οι εφιάλτες που φοβάσαι να έρθουν, τα όνειρα που σβήνουν απότομα
όσα το βράδυ παίρνουν μία νοσηρή μορφή στο παράθυρο
σε αυτά τα μέρη βρίσκουν υπόσταση
η μανία, η λατρεία ενός ξεχασμένου θεού,
η ανύψωση του ακάθαρτου πνεύματος
η εξολόθρευση κάθε ηθικής κάθε όριο μοιάζει ξεπερασμένο
οι αγκαλιές σφίγγουν μέχρι να ακουστεί ο επιθανάτιος ρόγχος
κάθε πλάσματος που αναπνεέι και παρασιτεί
ο κόσμος τελειώνει, τη στιγμή που κοιτάς αυτό το γραπτό
βρισκόμαστε όλο και πιο κοντά στο φινάλε,
στην τελευταία πράξη ενός σουρεάλ θίασου
που κάποιοι ονόμασαν ύπαρξη
τικ τακ, τα ρολόγια έσπασαν και οι δείκτες έγιναν λεπίδες
τα λόγια μας δεν έχουν πλέον αξία, μόνο οι πράξεις
δεσμευμένοι στο τίποτα να ψάχνουμε το κάτι,
το φως γίνεται γκρίζος τοίχος που πάνω του χτυπάω το κεφάλι μου
μέχρι να ματώσω, μέχρι να μην νιώθω
μα ακόμα πονάω όσο ζω

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου